σιγανάδα

η, Ν
(στον Ερωτόκρ.) ησυχία, ηρεμία, γαλήνη («βαθιάν αυγή αρματώνει / με σιγανάδα τον λαό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιγανός + κατάλ. -άδα (Ι), πρβλ. αφηρημ-άδα, φρονιμ-άδα].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.